
ΚΟΙΛΙOΚΑΚΗ: ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΑΠΛΩΣ ΝΑ ΚΟΨΕΙΣ ΤΗ ΓΛΟΥΤΕΝΗ
4 Ιανουαρίου, 2026ΟΥΡΟΛΟΙΜΩΞΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Ορισμός
Η ουρολοίμωξη (UTI – Urinary Tract Infection) είναι μια φλεγμονή που προκαλείται από την είσοδο και τον πολλαπλασιασμό παθογόνων μικροοργανισμών στο ουροποιητικό σύστημα. Μπορεί να αφορά την ουρήθρα (ουρηθρίτιδα), την ουροδόχο κύστη (κυστίτιδα) ή τους νεφρούς (πυελονεφρίτιδα).
Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, το υπεύθυνο παθογόνο είναι το βακτήριο Escherichia coli (E. coli), προερχόμενο από το γαστρεντερικό σωλήνα, το οποίο ευθύνεται για περίπου 80–90% των ουρολοιμώξεων.
Επιβαρυντικοί Παράγοντες
Η ουρολοίμωξη προκαλείται κυρίως από την άνοδο βακτηρίων μέσω της ουρήθρας. Ωστόσο, διάφοροι παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισής της, επηρεάζοντας τόσο τη βακτηριακή είσοδο όσο και τους μηχανισμούς άμυνας του οργανισμού.
• Γυναικείο φύλο. Οι γυναίκες εμφανίζουν ουρολοιμώξεις πολύ συχνότερα από τους άνδρες, λόγω της μικρότερης ουρήθρας και της ανατομικής εγγύτητάς της με την περινεϊκή περιοχή. Υπολογίζεται ότι 40–50% των γυναικών θα εμφανίσει τουλάχιστον ένα επεισόδιο ουρολοίμωξης κατά τη διάρκεια της ζωής της.
• Σεξουαλική δραστηριότητα. Η σεξουαλική επαφή, ιδίως χωρίς προφυλάξεις, η συχνή αλλαγή συντρόφου και η έλλειψη ούρησης μετά τη σεξουαλική επαφή αυξάνουν τον κίνδυνο μεταφοράς βακτηρίων στην ουρήθρα.
• Κακή υγιεινή της ευαίσθητης περιοχής. Λανθασμένες πρακτικές υγιεινής, όπως το σκούπισμα από πίσω προς τα εμπρός, διευκολύνουν τη μεταφορά βακτηρίων από τον πρωκτό στην ουρήθρα. Παράλληλα, η χρήση αρωματικών σαπουνιών ή έντονων καθαριστικών μπορεί να διαταράξει τη φυσιολογική μικροβιακή χλωρίδα.
• Ορμονικές μεταβολές.
-Εμμηνόπαυση: Η μείωση των οιστρογόνων οδηγεί σε ατροφία του ουρογεννητικού επιθηλίου, αύξηση του κολπικού pH και μείωση των προστατευτικών Lactobacillus.
-Εγκυμοσύνη: Η διάταση των ουρητήρων και η μειωμένη ροή των ούρων αυξάνουν τον κίνδυνο ουρολοιμώξεων.
• Κατακράτηση ούρων: Η παρατεταμένη κατακράτηση επιτρέπει τον πολλαπλασιασμό των βακτηρίων. Συχνά παρατηρείται σε εργαζόμενες γυναίκες, ηλικιωμένους ή άτομα με νευρολογικά νοσήματα.
• Σακχαρώδης διαβήτης. Η υπεργλυκαιμία και η παρουσία γλυκόζης στα ούρα δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάπτυξη βακτηρίων, ενώ η μειωμένη ανοσολογική απόκριση αυξάνει την ευπάθεια.
• Συχνή χρήση αντιβιοτικών. Η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών διαταράσσει τη φυσιολογική χλωρίδα του εντέρου και του κόλπου, ευνοώντας ανθεκτικά στελέχη βακτηρίων ή μυκητιασικές λοιμώξεις.
• Καθετηριασμός. Ο ουροκαθετήρας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου, ιδίως σε νοσηλευόμενους ασθενείς, λόγω μηχανικής εισόδου μικροβίων και σχηματισμού βιοφίλμ.
Διάγνωση
Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εικόνα και στα συμπτώματα, όπως η συχνουρία, η επιτακτική ανάγκη για ούρηση, ο καύσος ή πόνος κατά την ούρηση, τα θολά ή δύσοσμα ούρα και ο πόνος στην κάτω κοιλιακή χώρα.
Η καλλιέργεια ούρων είναι απαραίτητη για την επιβεβαίωση της λοίμωξης, ενώ σε επιπλεγμένες περιπτώσεις απαιτούνται περαιτέρω εξετάσεις (π.χ. υπερηχογράφημα ή αξονική).
Διατροφή και Ουρολοίμωξη
Η διατροφή δεν υποκαθιστά τη φαρμακευτική αγωγή, αλλά αποτελεί σημαντικό συμπληρωματικό εργαλείο, τόσο για την πρόληψη όσο και για τη μείωση της διάρκειας και έντασης των συμπτωμάτων. Πιο συγκεκριμένα:
• Η καλή ενυδάτωση είναι ο πιο σημαντικός διατροφικός παράγοντας. Η επαρκής κατανάλωση υγρών (περίπου 1,5–2 λίτρα νερού ημερησίως) είναι ο πιο σημαντικός διατροφικός παράγοντας. Η αυξημένη διούρηση βοηθά στην απομάκρυνση των βακτηρίων από το ουροποιητικό.
• Τα cranberries περιέχουν προανθοκυανιδίνες τύπου Α, οι οποίες εμποδίζουν την προσκόλληση της E. coli στο τοίχωμα της ουροδόχου κύστης. Έχουν μελετηθεί κυρίως για τη μείωση των υποτροπών, όχι ως θεραπεία οξείας λοίμωξης.
• Τα προβιοτικά, ιδιαίτερα τα στελέχη Lactobacillus rhamnosus και Lactobacillus reuteri, συμβάλλουν στη διατήρηση υγιούς ουρογεννητικής χλωρίδας. Τρόφιμα όπως το γιαούρτι και το κεφίρ αποτελούν καλές διατροφικές επιλογές.
• Ιδιαίτερα ωφέλιμη θεωρείται η κατανάλωση αντιφλεγμονωδών τροφών, όπως το ελαιόλαδο, τα λιπαρά ψάρια (πλούσια σε ω-3 λιπαρά οξέα), οι ξηροί καρποί, καθώς και καρυκεύματα όπως ο κουρκουμάς και το τζίντζερ.
Αντίθετα, καλό είναι να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια μιας λοίμωξης τρόφιμα και ποτά που ερεθίζουν την ουροδόχο κύστη, όπως η καφεΐνη, το αλκοόλ, τα πικάντικα τρόφιμα και οι πολύ αλμυρές τροφές, καθώς μπορεί να οδηγήσουν σε ερεθισμό της ουροδόχου κύστης και επίταση των συμπτωμάτων της ουρολοίμωξης.
Επιπλέον, η μείωση της ζάχαρης και των επεξεργασμένων τροφίμων είναι σημαντική, καθώς η υπερβολική κατανάλωση σακχάρων ευνοεί την ανάπτυξη παθογόνων μικροοργανισμών.
Συμπέρασμα
Η ουρολοίμωξη είναι μια συχνή αλλά δυνητικά επιπλεγμένη κατάσταση, ιδιαίτερα στις γυναίκες και στα άτομα με υποτροπές. Η συνδυαστική προσέγγιση, που περιλαμβάνει επαρκή ενυδάτωση, σωστή διατροφή, υποστήριξη της μικροβιακής χλωρίδας και αποφυγή ερεθιστικών παραγόντων, αποτελεί βασικό εργαλείο πρόληψης και υποστήριξης της θεραπείας. Η συνεργασία με ιατρό και κλινικό διαιτολόγο είναι καθοριστική για την εξατομίκευση των συστάσεων και τη μείωση των υποτροπών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. European Association of Urology.Guidelines on Urological Infections. EAU Guidelines, latest update.
2. World Health Organization.Urinary tract infections (UTIs): epidemiology and prevention strategies.
3. Flores-Mireles AL, Walker JN, Caparon M, Hultgren SJ. Urinary tract infections: epidemiology, mechanisms of infection and treatment options. Nature Reviews Microbiology.
4. Jepson RG, Williams G, Craig JC. Cranberries for preventing urinary tract infections.
Cochrane Database of Systematic Reviews.
5. Reid G, Burton J. Use of Lactobacillus to prevent infection by pathogenic bacteria.Microbes and Infection.
6. Hooton TM. Clinical practice: uncomplicated urinary tract infection.
New England Journal of Medicine.
7. Geerlings SE. Clinical presentations and epidemiology of urinary tract infections. International Journal of Antimicrobial Agents.
Κλινική Διαιτολόγος-Διατροφολόγος, Msc




